ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

Άρθρα

Γράφει ο Κωνσταντίνος Λαγός

Λέκτορας Αεροπορικής Ιστορίας στη Σχολή Ικάρων

Το παρόν άρθρο είναι αφιερωμένο στους τρεις πιλότους της Πολεμικής Αεροπορίας με καταγωγή από το Γεωργίτσι οι οποίοι έπεσαν στο καθήκον στη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων.

Αυτοί είναι κατά χρονολογική σειρά: ο Γρηγόριος Πετράκης, ο Νικόλαος Σκρουμπέλος, και ο Ευάγγελος Γιάνναρης. Ο πρώτος σκοτώθηκε στη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας (1919-1922), και οι δύο τελευταίοι στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο (1940-1941) (φωτ. 1).

Μέσα από την παρουσίαση της εκπαίδευσης και της δράσης τους σκιαγραφείται η ιστορία της Πολεμικής Αεροπορίας μας σε μία κρίσιμη περίοδο της ιστορίας της που καλύπτει την εικοσαετία από το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου μέχρι και τον Πόλεμο του 1940-1941.

Όταν το 1919 ο Γρηγόριος Πετράκης εισήλθε στην Ελληνική Αεροπορία αυτή είχε ζωή μόλις οκτώ χρόνων.[1] Όμως είχε ήδη να επιδείξει σημαντικό πολεμικό έργο στη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου και κυρίως του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η Ελληνική Αεροπορία στο ξεκίνημά της είχε οργανωθεί σε δύο χωριστούς κλάδους, του Ναυτικού και του Στρατού, με καθαρά επικουρικό ρόλο στα δύο Όπλα. Η ενοποίηση των δύο αεροπορικών κλάδων και η καθιέρωση της Αεροπορίας ως το τρίτο Όπλο των Ενόπλων Δυνάμεων έγινε στην Ελλάδα το 1930 επί κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου.[2]

Από τους τρεις πιλότους του Γεωργιτσίου ο Πετράκης ανήκει στην πρώτη περίοδο της Αεροπορίας, όταν αυτή υπήρξε βοηθητικό Όπλο του Στρατού και του Ναυτικού.

Ο Σκρουμπέλος έζησε από κοντά τα πρώτα δύσκολα χρόνια της ενοποίησης-ανεξαρτητοποίησης της Αεροπορίας, καθώς και τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, ενώ ο Γιάνναρης ανήκει στην πρώτη γενιά στελεχών της Πολεμικής Αεροπορίας, όταν αυτή αποτελούσε ανεξάρτητο Όπλο.

 

ΠΕΤΡΑΚΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ

 

Ο Γρηγόριος Πετράκης (φωτ. 2) γεννήθηκε το 1895 στο Γεωργίτσι Λακωνίας. Το 1919 κατατάχθηκε ως εθελοντής στη Στρατιωτική Αεροπορία και εκπαιδεύτηκε ως «οδηγός» αεροπόρος στη Στρατιωτική Σχολή Αεροπλοΐας του Σέδες στη Θεσσαλονίκη.[3] Η Σχολή αυτή είχε ιδρυθεί το 1915 από τους Γάλλους ως «Κέντρο Εκπαιδεύσεως των Συμμαχικών Δυνάμεων», όταν οι Σύμμαχοι κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη στη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Μετά την εκδήλωση του κινήματος της Εθνικής Άμυνας, το 1916, στις δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ προσχώρησαν και Έλληνες στρατιωτικοί που υποστήριζαν τον Βενιζέλο. Έτσι στο υπό γαλλική διοίκηση Κέντρο Εκπαιδεύσεως του Σέδες άρχιζαν να εκπαιδεύονται και Έλληνες εθελοντές ως πιλότοι της Στρατιωτικής Αεροπορίας (φωτ. 3).[4]

Η Σχολή του Σέδες περιήλθε στους Έλληνες όταν οι Γάλλοι αποχώρησαν το Φεβρουάριο του 1919, τρεις μήνες μετά το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου.[5] Λόγω της εμπλοκής της Ελλάδας στη Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922) η εκπαίδευση χειριστών για την Αεροπορία συνεχίστηκε κανονικά στο Σέδες. Ανάμεσα στους νέους πιλότους που δεν πρόλαβαν να επιχειρήσουν στη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και εκπαιδεύτηκαν για να αναλάβουν δράση στη Μικρά Ασία ήταν και ο Γρηγόριος Πετράκης.

Το 1919, όταν ο Πετράκης βρισκόταν στο Σέδες, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τους ιπτάμενους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς περιελάμβανε μαθήματα εδάφους και πτήσεις. Τo πτητικό πρόγραμμα ήταν αρκετά συμπυκνωμένο και χωρίς μεθοδικότητα λόγω της χρονικής πίεσης για την παραγωγή ικανού αριθμού ιπταμένων για να στελεχώσουν τις πολεμικές μοίρες στη Μικρά Ασία. Από το Σέδες οι αεροπόροι αποφοιτούσαν έχοντας αποκτήσει μόνο βασικές αεροπορικές γνώσεις και την πλήρη αεροπορική ικανότητα θα την αποκτούσαν στο πεδίο της μάχης.[6]

Έτσι ο Γρηγόριος Πετράκης και οι συμμαθητές του στη Σχολή του Σέδες εκπαιδεύτηκαν κυρίως στο χειρισμό του αεροπλάνου που τους έδινε τη δυνατότητα να εκτελούν ακροβατικά και να χρησιμοποιούν το πολυβόλο τού αεροπλάνου. Επίσης, διδάχτηκαν βασικές αρχές μηχανικής του αεροπλάνου για να μπορούν να το εκκινήσουν στην περίπτωση που είχαν κάνει αναγκαστική προσγείωση σε χώρο εκτός κάποιου αεροδρομίου.

Μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή του Σέδες ο Πετράκης πήρε το βαθμό του δεκανέα και μετατέθηκε στον Όρχο Αεροπορίας που βρισκόταν και αυτός στην αεροπορική βάση του Σέδες. Η ομάδα στην οποία εντάχθηκε ο Πετράκης μέσα στο 1919 ανακατασκεύασε τέσσερα νέα μαχητικά αεροπλάνα από άχρηστα υλικά και ανταλλακτικά παλαιών αεροπλάνων που είχαν αφήσει στο Σέδες οι Σύμμαχοι μετά την αποχώρησή τους. Το γεγονός προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση στην ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων και κέρδισε για τα στελέχη τού Όρχου Αεροπορίας εύφημο μνεία από τον Αρχιστράτηγο Παρασκευόπουλο και την προαγωγή τού Πετράκη στο βαθμό του λοχία. Στην ημερήσια διαταγή της 13ης Δεκεμβρίου 1919 ο Παρακευόπουλος σημείωνε τα εξής:

«Ημερήσια Διαταγή Στρατιάς 13-12-1919

Λαβών υπ’ όψιν μου την υπ’ αριθ. 1055 αναφοράν του Αεροπορικού Σώματος, ποιούμαι εύφημον μνείαν εν τη διαταγή μου ταύτη και συγχαίρω τον έφεδρον Ανθυπολοχαγόν αεροπόρον Τσουκάν Ι. και τους Λοχίας Κοπιδάκην Αθ., Κόρμαλην Ν., Δεκανέα Πετράκην Γρ., Στρατιώτην Βουγιούκαν, πολιτικούς μηχανικούς Μοσχονιάτην Δ., Ρουμελιώτην Α., Γαλανόπουλον Δ. και Σφαέλον Α. διότι κατόρθωσαν εξ υλικού περισυλλεγέντος εκ των αχρήστων αεροπλάνων των ευρισκομένων εν τω Αεροπορικώ Όρχω Σέδες παρ’ όλην την πενιχρότητα των μέσων, άτινα διέθετον, εργασθέντες μετά ζήλου, αφοσιώσεως και πλείστης επιμέλειας να κατασκευάσωσι 4 αεροπλάνα, ων τα 3 τύπου Nieuport και 1 Spad, πλουτίσαντες ούτω την Αεροπορίαν της πατρίδος μας με 4 έτι αεροπλάνα. Δια την λαμπράν ταύτην υπηρεσίαν ην προσέφερον εις την πατρίδα... προάγω εις το βαθμόν του Λοχίου τον Δεκανέα Πετράκην».[7]

Στο τέλος του 1920, ο λοχίας πλέον Γρηγόριος Πετράκης μετατέθηκε στην αεροπορική βάση της Μίκρας της Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια σε μάχιμη μονάδα στη Γ' Μοίρα Αεροπλάνων που έδρευε τότε στην Προύσα. Η Γ΄ Μοίρα Αεροπλάνων μαζί με τη Β΄ Μοίρα αποτελούσαν τις πιο σημαντικές αεροπορικές μονάδες στη Μ. Ασία την περίοδο 1920-21 που υποστήριζαν την προέλαση του ελληνικού στρατού κατά των κεμαλικών δυνάμεων από την Προύσα στον Βορρά και από το Ουσάκ στο Νότο. Ιδιαίτερα έντονη δράση ανέπτυξε η Γ΄ Μοίρα Αεροπλάνων μεταξύ Νοεμβρίου 1920 και τέλος Μαρτίου 1921. Στο διάστημα αυτό η Μοίρα συνεργαζόταν στενά με το Γ΄ Σώμα Στρατού στον αγώνα που είχε αναλάβει να καταλάβει το Εσκί Σεχήρ. Οι χειριστές της μοίρας ήταν οκτώ αξιωματικοί και υπαξιωματικοί -ανάμεσά τους και ο Γρηγόριος Πετράκης- και πήραν μέρος σε πολλές αποστολές στην Πρώτη Γραμμή πολυβολώντας, βομβαρδίζοντας τις εχθρικές θέσεις στο μέτωπο και εκτελώντας αναγνωρίσεις στα μετόπισθεν του εχθρού επ’ ωφελεία του Γ΄ Σώματος Στρατού.

Το αποκορύφωμα της δράσης αυτής σημειώθηκε στις 11 Μαρτίου 1921 όταν τα περισσότερα αεροπλάνα της Γ΄ Μοίρας Αεροπλάνων βομβάρδισαν με επιτυχία τα χαρακώματα του Νασήφ Πασά με αποτέλεσμα την άτακτη υποχώρηση του εχθρού.[8] Αυτό ήταν η αρχή για την προέλαση του Γ΄ Σώματος Στρατού προς το Εσκί Σεχήρ, και η Γ΄ Μοίρα ενισχύθηκε και με άλλους αεροπόρους από άλλες μονάδες φθάνοντας τους 15 χειριστές. Οι αεροπόροι αυτοί στο διάστημα μεταξύ 13-18 Μαρτίου εκτέλεσαν μεγάλο αριθμό αποστολών για την αναγνώριση εχθρικών θέσεων.[9] Ο Πετράκης πέταξε στις 15.00 της 13ης Μαρτίου με παρατηρητή τον υπολοχαγό Παπαθανασίου στην τέταρτη κατά σειρά αποστολή εκείνης της ημέρας. Η αποστολή διήρκησε σχεδόν τρεισήμισι ώρες και είχε πλήρη επιτυχία. Την επομένη, ο Πετράκης μαζί με παρατηρητή τον ανθυπολοχαγό Ξηρό εκτέλεσαν την τελευταία αποστολή της μοίρας για εκείνη την ημέρα (14.45-18.10) με το αεροπλάνο τύπου Bregeut αναγνωρίζοντας τις μαχόμενες φίλιες μεραρχίες, επίσης πολυβολώντας και βομβαρδίζοντας τα απέναντι εχθρικά τμήματα. Στις 15 Μαρτίου ο Πετράκης ήταν και πάλι ο χειριστής της τελευταίας αποστολής της Γ΄ Μοίρας για εκείνη την ημέρα.

Όμως την άνοιξη του 1921 το Γ΄ Σώμα Στρατού απέτυχε να καταλάβει το Εσκί Σεχήρ και έτσι στις 18 Μαρτίου διατάχθηκε η τακτική σύμπτυξη των μονάδων του. Αυτή πραγματοποιήθηκε με επιτυχία και ολοκληρώθηκε στις 22 Μαρτίου όταν και επανήλθαν στις αρχικές θέσεις εξόρμησής τους δίχως προβλήματα. Σ’ αυτό συνέβαλε και η κάλυψη που παρείχαν τα αεροπλάνα της Γ΄ Μοίρας στους υποχωρούντες Έλληνες στρατιώτες.[10]

Προκειμένου να ενισχυθεί η δύναμη της ελληνικής αεροπορίας στα μικρασιατικά μέτωπα, την 1η Μαΐου 1921 συγκροτήθηκε η Δ΄ Μοίρα Αεροπλάνων στο αεροδρόμιο της Μίκρας Θεσσαλονίκης που στη συνέχεια θα προωθούνταν στην Αλεξανδρούπολη και από κει στο αεροδρόμιο Καζιμίρ της Σμύρνης.[11] Ο Πετράκης ως έμπειρος χειριστής μετατέθηκε στη νέα Μοίρα. Όμως, στις 10 Μαΐου 1921, σκοτώθηκε όταν το αεροσκάφος Dorand A.R. στο οποίο επέβαινε ως χειριστής κατέπεσε κατά την απογείωση μέσα στο αεροδρόμιο της Μίκρας και αποτεφρώθηκε (φωτ. 4). Μαζί με τον Πετράκη βρήκε τον θάνατο και ο συνεπιβάτης του, δεκανέας του μηχανικού Βαλσαμάκης. Η έρευνα κατέδειξε ότι το αεροπλάνο έπεσε εξαιτίας μηχανικής βλάβης με αποτέλεσμα ο χειριστής του να χάσει τον έλεγχο και αυτό να πέσει από ύψος 50 μέτρων.

Ο Πετράκης ήταν ένας από τους 23 πεσόντες Έλληνες αεροπόρους στη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

 

ΣΚΡΟΥΜΠΕΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ του Παναγιώτη

 

Γεννήθηκε το 1907 στο Γεωργίτσι Λακωνίας (φωτ. 5). Στις 2 Απριλίου του 1929 ήταν ένας από τους 37 δόκιμους αεροπόρους που κατατάχθηκαν στη Σχολή Αεροπλοΐας στο Σέδες της Θεσσαλονίκης για να εκπαιδευθούν ως υπαξιωματικοί ιπτάμενοι.[12] Ο Σκρουμπέλος κατετάγη 24ος στους 37 επιτυχόντες της σειράς του, η οποία υπήρξε και η τελευταία των υπαξιωματικών που εκπαιδεύτηκε στο Σέδες ως ιπτάμενοι (φωτ. 6). Τον επόμενο χρόνο (1930) με τη συγκρότηση της Αεροπορίας σε ανεξάρτητο όπλο, η Σχολή Αεροπλοίας στο Σέδες σταμάτησε να παράγει ιπταμένους υπαξιωματικούς.

Επειδή ο Σκρουμπέλος εκπαιδεύτηκε εν καιρώ ειρήνης, δεν υπήρχε η βιαστική και πρόχειρη εκπαίδευση της προηγούμενης δεκαετίας όταν εκπαιδεύτηκε εκεί ο συμπολίτης του ο Πετράκης. Η εκπαίδευση των χειριστών της Αεροπορίας στο τέλος της δεκαετίας του 1920 βασιζόταν στα γαλλικά πρότυπα της εποχής. Για τα θεωρητικά μαθήματα η Σχολή χρησιμοποιούσε τους εκπαιδευόμενους αξιωματικούς παρατηρητές της Σχολής Ευελπίδων. Το πρόγραμμα εδάφους περιελάμβανε τα εξής μαθήματα: αεροδυναμική, αεροναυτιλία, μετεωρολογία, γεωγραφία, ιστορία, κανονισμοί Αεροπορίας, τοπογραφία, ηλεκτρολογία, ασύρματος, μηχανές εσωτερικής καύσεως, βολές και βομβαρδισμοί και Γαλλικά. Η πτητική εκπαίδευση γινόταν σε όλα τα στάδια με γαλλικά αεροπλάνα –οι πρώτες πτήσεις με Morane-Saulnier MS.137 & 147, η προχωρημένη πτητική εκπαίδευση με Breguet 19 και η τελική με αεροπλάνα τύπου Morane-Saulnier.[13]

Η εκπαίδευση του Νικολάου Σκρουμπέλου ολοκληρώθηκε στις 14 Απριλίου 1930 όταν ονομάστηκε πτυχιούχος χειριστής αεροπόρος και πήρε το βαθμό του λοχία. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 εξελίχθηκε σ’ έναν από τους πιο ικανούς πιλότους της Πολεμικής Αεροπορίας. Έτσι όταν η Ελλάδα το 1936 απέκτησε τα πρώτα «σύγχρονα» καταδιωκτικά αεροπλάνα της τύπου PZL P.24 από την Πολωνία, ο Σκρουμπέλος υπήρξε ένας από τους χειριστές τους (φωτ. 7). Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι σε όλο τον κόσμο, οι πιλότοι των καταδιωκτικών αεροπλάνων θεωρούνται ως οι καλύτεροι των χωρών τους. Η ανέλιξη του Σκρουμπέλου στην Αεροπορία φαίνεται και από το γεγονός ότι ενώ το 1930 ήταν λοχίας, μία δεκαετία αργότερα το 1940, είχε ήδη φθάσει στο βαθμό του υποσμηναγού.

Το καλοκαίρι του 1940, λίγους μήνες πριν από την έκρηξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, ο Σκρουμπέλος τοποθετήθηκε την 23η Μοίρα Διώξεως (Μ.Δ.) που είχε τότε ως βάση της το βοηθητικό αεροδρόμιο Αμπελώνα Λαρίσης. Η συγκεκριμένη μοίρα διέθετε 11 αεροπλάνα P.Z.L., εξοπλισμένα το καθένα με δύο πυροβόλα Herlikon και δύο πολυβόλα Scoda. Η σύνθεση του προσωπικού περιελάμβανε επτά ιπτάμενους αξιωματικούς, εννέα χειριστές υπαξιωματικούς, επτά αξιωματικούς και 19 υπαξιωματικούς εδάφους, καθώς και 120 Σμηνίτες.[14]

Η Ε.Β.Α. (Ελληνική Βασιλική Αεροπορία) στις 28-10-1940 είχε συνολικά 77 αεροπλάνα διαφόρων τύπων, από τα οποία μόνο τα μισά θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «αξιόμαχα», έναντι των 470 των Ιταλών που ήταν όλα σύγχρονα. Το κυρίως βάρος της αντιμετώπισης της Ιταλικής Πολεμικής Αεροπορίας (Regia Aeronautica) όταν θα ξεσπούσε ο πόλεμος θα έπεφτε στις τρεις ελληνικές μοίρες δίωξης 21-22-23. Όμως, από την αρχική δύναμη των 36 PZL που διέθεταν, μόνο 24 ήταν εν ενεργεία την ημέρα που κηρύχθηκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, καθώς τα υπόλοιπα βρίσκονταν σε συντήρηση. Παρά τη σημαντική αριθμητική διαφορά με την αντίπαλη αεροπορία, τα ελληνικά PZL συνέβαλαν αποφασιστικά στο να περιοριστεί η δράση της στο μέτωπο και στα μετόπισθεν κερδίζοντας επάξια τον τίτλο του πιο «ενδόξου» τύπου αεροπλάνου της Ε.Β.Α. στον Πόλεμο του 40-41.

Από τις αρχές Νοεμβρίου 1940, οι ελληνικές νίκες κατά των Ιταλών είχαν σαν αποτέλεσμα την υποχώρηση των Ιταλών και την ταχύτατη προέλαση του ελληνικού στρατού στη Βόρεια Ήπειρο. Η Ε.Β.Α. δυσκολευόταν να υποστηρίξει επαρκώς τις χερσαίες δυνάμεις από τις βάσεις της και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι μοίρες της να μεταφερθούν πλησιέστερα στο μέτωπο. Στο πλαίσιο αυτό, την 1η Ιανουαρίου 1941 η 23 Μ.Δ. μεταφέρθηκε από τον Αμπελώνα στη Θεσσαλονίκη, ενώ οι πιλότοι της χρησιμοποιούσαν επίσης και το αεροδρόμιο Κορυτσάς για ανεφοδιασμό σε καύσιμα.[15] Όμως, η περιορισμένη διάρκεια παραμονής των PZL πάνω από το μέτωπο και συχνά οι καιρικές συνθήκες επέβαλε στους χειριστές των PZL να χρησιμοποιούν και πρόχειρα αεροδρόμια που βρίσκονταν πιο κοντά στην Πρώτη Γραμμή, με κυριότερο αυτό της Παραμυθιάς.

Η 23 Μ.Δ. συμμετείχε σε πολλές αποστολές σε όλη τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου και ο υποσμηναγός Σκρουμπέλος ήταν ένας από τους χειριστές με τις περισσότερες ώρες στην πρώτη γραμμή. Στις 8-1-1941 στη διάρκεια αερομαχίας μεταξύ ελληνικών PZL και ιταλικών FIAT CR.42, πληροφορίες από τον Στρατό ανέφεραν ότι ο Σκρουμπέλος ήταν μάλλον υπεύθυνος για την κατάρριψη ενός ιταλικού καταδιωκτικού από τα τρία συνολικά που έχασαν οι Ιταλοί εκείνη την ημέρα.[16] Την επομένη, 9-1-1941 ο Σκρουμπέλος συμμετείχε σε αποστολή πολυβολισμών επιγείων στόχων (φωτ. 8).

Η 10-2-1941 υπήρξε η πιο δραστήρια ημέρα μέχρι τότε για την 23 Μ.Δ., όταν συμμετείχε σε μία κοινή επιχείρηση με την 22 Μ.Δ. για την αντιμετώπιση επιχείρησης βομβαρδισμού της ιταλικής αεροπορίας στα Ιωάννινα. Ο σμηναγός Θεοδωρόπουλος, οι υποσμηναγοί Σκρουμπέλος και Μπούσιος και ο επισμηνίας Δεπούντης, όλοι χειριστές της 23 Μ.Δ., διεκδίκησαν την κατάρριψη ενός βομβαρδιστικού ο καθένας στην περιοχή Ιωαννίνων. Όμως στη διάρκεια της επιχείρησης αυτής, ένα ιταλικό καταδιωκτικό επιτέθηκε στο αεροπλάνο του Σκρουμπέλου το οποίο και χτύπησε με ριπές των πολυβόλων του. Αυτό τον υποχρέωσε να πραγματοποιήσει αναγκαστική προσγείωση (φωτ. 9).

Σύμφωνα με την έκθεση του διοικητή της 23 Μ.Δ., σμηναγό Θεοδωρόπουλο:

«Ο Γενικός απολογισμός της αποστολής είναι πως πέσανε εξακριβωμένα 9 εχθρικά αεροπλάνα και πιθανώς άλλα τρία, ενώ ζημιές πάθανε περισσότερα. Από τη δική μας πλευρά, ευτυχώς δεν χάσαμε κανένα, ενώ είχαμε ατυχήματα, τα σοβαρότερα από τα οποία είναι: Αναγκαστική προσγείωση του Σμηναγού Σκρουμπέλου βόρεια της Πρεμετής με το αεροπλάνο διάτρητο από βλήματα που τρύπησαν την αποθήκη λαδιού, τους ιστούς των πτερύγων και το σκάφος κοντά στη θέση του πιλότου, του οποίου τρυπήσανε τη φόρμα σε 3 σημεία».[17]

Από τις λεπτομέρειες της αναφοράς του διοικητή του είναι πολύ πιθανό ο Σκρουμπέλος να τραυματίστηκε ελαφρά στις 10 Φεβρουαρίου.[18] Επιπλέον, δεν εντοπίσαμε κανένα στοιχείο για δράση του μέχρι και τις 23 Φεβρουαρίου. Εκείνο το πρωί ο Σκρουμπέλος βρέθηκε και πάλι στη γραμμή του πυρός ως χειριστής ενός από τα εννέα εναπομείναντα PZL της 23 Μ.Δ. που σε συνεργασία με τρία αεροπλάνα GLADIATOR της 21 Μ.Δ. και 5 PZL της 22 Μ.Δ. απογειώθηκαν με σκοπό να προστατεύσουν φίλια βομβαρδιστικά αεροπλάνα τύπου POTEZ 63 που εκτελούσαν αποστολή φωτογραφικής αναγνωρίσεως στην περιοχή του Μπούμπεσι.

Κατά τη διάρκεια της αποστολής εντοπίσθηκαν δύο εχθρικά σμήνη πέντε και επτά καταδιωκτικών αντίστοιχα σε απόσταση 2 χλμ μεταξύ τους. Με την εμφάνιση των ελληνικών αεροπλάνων το πρώτο σμήνος έσπευσε να απομακρυνθεί, ενώ το δεύτερο επιτέθηκε στα ελληνικά αεροπλάνα. Ένα ιταλικό καταδιωκτικό χτύπησε με τα πολυβόλα του το αεροσκάφος του Σκρουμπέλου το οποίο και έπεσε φλεγόμενο πάνω από το μέτωπο βόρεια της Κλεισούρας και ο χειριστής σκοτώθηκε.[19]

Μετά το θάνατό του, ο Σκρουμπέλος προήχθη επ’ ανδραγαθία στον ανώτερο βαθμό, που ήταν του επισμηναγού, και τιμήθηκε με το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας διότι: «κατά τον πόλεμο του 1940 έως 1941, μετασχών εις πλείστας πολεμικάς αποστολάς και εμπλακείς εις αερομαχίας μετά του εχθρού, επέδειξε εξαιρετικήν τόλμην, ηρωϊσμόν και υπέροχον πνεύμα αυτοθυσίας, πεσών τελικώς, ηρωϊκώς μαχόμενος εις το πεδίον της μάχης».[20]

Είναι βέβαιο ότι ο Σκρουμπέλος είχε περισσότερες από τις δύο καταρρίψεις ιταλικών αεροπλάνων που του έχουν αναγνωριστεί, αλλά δυστυχώς δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε τον ακριβή αριθμό τους. Η ελληνική αεροπορία δεν διέθετε την τεχνολογία της εποχής, τα φωτοπολυβόλα, που μπορούσε να επιβεβαιώσει μία κατάρριψη. Επιπλέον, τα περισσότερα ιταλικά αεροπλάνα που κατέρριπταν οι Έλληνες διώκτες συνήθως έπεφταν πίσω από τις εχθρικές γραμμές και έτσι δεν αναγνωρίζονταν επίσημα ως καταρρίψεις. Αυτό συμβαίνει, κατά κύριο λόγο, με την 23 Μοίρα Διώξεως η οποία σύμφωνα με τις πηγές διεκδικεί 31 επιβεβαιωθέντα και 11 πιθανώς καταρριφθέντα αεροπλάνα, για τα περισσότερα από τα οποία δεν γνωρίζουμε ποιοι ήταν οι θύτες τους.

 

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΗΣ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

 

Ο Ευάγγελος Γιάνναρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1916 με καταγωγή από το Γεωργίτσι. Εισήχθη στη Σχολή Αεροπορίας το 1936 με την 6η Σειρά. Η Σχολή τότε δεν έφερε ακόμη επίσημα τον τίτλο «Σχολή Ικάρων», αν και ήταν γνωστή στο πανελλήνιο έτσι ήδη από το 1931 όταν και ιδρύθηκε. Αντίστοιχα, οι μαθητές της Σχολής λέγονταν Δόκιμοι Αξιωματικοί της Αεροπορίας και όχι Ίκαροι.

Για τον Γιάνναρη ήταν όνειρο ζωής να μπει στη Σχολή Αεροπορίας και να γίνει αεροπόρος καθώς τα κατάφερε με την τέταρτη προσπάθειά του. Είναι ενδιαφέρον ότι αυτή υπήρξε και η τελευταία ευκαιρία του και ότι είχε δοθεί μόνο για το 1936 το δικαίωμα να συμμετάσχουν στις εισαγωγικές εξετάσεις και άτομα που είχαν κλείσει το 21ο έτος. Στη Σχολή ο Γιάνναρης διέπρεψε και αποτέλεσε αρχηγός της 6ης Σειράς. Πρόκειται για μία από τις πιο «αιματοβαμμένες» σειρές, αφού από τους 17 Ικάρους που αποφοίτησαν, οι επτά έπεσαν στο καθήκον στη διάρκεια πολεμικών αποστολών (φωτ. 10).

Η εκπαίδευση του Γιάνναρη στη Σχολή Αεροπορίας ήταν ανώτερη σε σχέση με αυτή της Σχολής Αεροπλοΐας στο Σέδες και περιελάμβανε στρατιωτική, θεωρητική, πτητική και συμπληρωματική πρακτική εκπαίδευση. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλιζόταν ένα ευρύ φάσμα επαγγελματικής κατάρτισης και γενικότερης μόρφωσης, υψηλού επιπέδου, με γνώμονα τη διαπαιδαγώγηση (φωτ. 11).[21] Επίσης, μία σημαντική αλλαγή ήταν η υιοθέτηση βρετανικών εκπαιδευτικών προτύπων, αντί των γαλλικών που ίσχυαν μέχρι τότε στην Ελλάδα στην αεροπορική εκπαίδευση. Τα μαθήματα που διδάσκονταν κατά τη διάρκεια της τριετούς φοίτησης στη Σχολή Αεροπορίας ήταν: φυσική, ανώτερα μαθηματικά, ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά, στρατιωτική ιστορία, μετεωρολογία αεροδυναμική, αεροναυτιλία, κινητήρες αεροσκαφών, αεροπορική τεχνική και επιχειρησιακή τακτική Στρατού και Ναυτικού. Η πτητική εκπαίδευση πραγματοποιούνταν σε όλα τα έτη φοίτησης των Ικάρων, και μετά το 1936 όταν βρισκόταν ο Γιάνναρης στη Σχολή, γινόταν κυρίως με σύγχρονα βρετανικά αεροπλάνα τύπου Avro 621 Tutor που είχε αγοράσει τότε η ελληνική κυβέρνηση (φωτ. 12).

Τον Οκτώβριο του 1939 ο Ευάγγελος Γιάνναρης αποφοίτησε από τη Σχολή Αεροπορίας και ονομάστηκε ανθυποσμηναγός (φωτ. 13). Με το ξέσπασμα του πολέμου, στις 28 Οκτωβρίου 1940, δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει την προκεχωρημένη εκπαίδευσή του ως χειριστής και έτσι τοποθετήθηκε ως παρατηρητής-πυροβολητής στα αναγνωριστικά αεροπλάνα Henschel HS 126 του 2ου Ανεξάρτητου Σμήνους Παρατηρήσεως της 3ης Μοίρας Στρατιωτικής Συνεργασίας που έδρευε στο Λεμπέτ (σημερινή Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης).[22]

Τις δύο πρώτες ημέρες του πολέμου λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών δεν επιχείρησαν τα αεροπλάνα του σμήνους του Γιάνναρη (3/2 Σμήνος). Όμως καθώς ξημέρωνε η τρίτη ημέρα του πολέμου, την 30η Οκτωβρίου 1940, ο διοικητής του σμήνους, σμηναγός Παντελής Μπακόλας οργάνωσε την πρώτη πολεμική αποστολή του.[23] Τρία αεροπλάνα θα εκτελούσαν αναγνώριση και προσβολή στόχων εδάφους πάνω από την περιοχή της Καστοριάς και τον ευρύτερο τομέα της Ηπείρου με σκοπό να παράσχουν κάλυψη (αναγνώρισης και βομβαρδισμού) στο Μέτωπο που κάλυπτε το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας. Στο τρίτο αεροπλάνο παρατηρητής ήταν ο Γιάνναρης και χειριστής ο αρχισμηνίας Λεωνίδας Τζάντας (φωτ. 14).[24]

Τα συγκεκριμένα ελληνικά αεροπλάνα πραγματοποίησαν έξι συνολικά "εξόδους" την 30η Οκτωβρίου 1940 και είχαν δύο επαφές με εχθρικά αεροπλάνα. Το πρώτο επεισόδιο που αναφέρθηκε ήταν η εμπλοκή δύο Henschel HS 126 126 με τρία ιταλικά αεροπλάνα τύπου Fiat CR.32 της 394ης Μ.Δ. που επιχειρούσε από το αεροδρόμιο της Κορυτσάς, χωρίς να σημειωθούν απώλειες και από τις δύο πλευρές (φωτ. 15). Στην τελευταία και μοιραία επαφή δύο άλλα ελληνικά HS 126 αντιμετώπισαν πέντε ιταλικά καταδιωκτικά Fiat CR 42 της 393ης Μοίρας Δίωξης που υπαγόταν στην 160η Σμηναρχία. Επικεφαλής του ιταλικού σχηματισμού ήταν ο ίδιος ο διοικητής της 160ης Αντισμήναρχος Zanni, ένας από τους πιο διάσημους Ιταλούς πιλότους στην αρχή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.[25] Ένα από τα δύο Henschel ήταν αυτό των Τζάντα και Γιάνναρη, το οποίο επέστρεφε στη Βέροια μετά την ολοκλήρωση της αποστολής του.

Στο αεροπλάνο του Γιάνναρη επιτέθηκε ο αρχισμηνίας Walter Ratticchieri. Ο Γιάνναρης προσπάθησε να αντιμετωπίσει την επίθεση αλλά είχαν τελειώσει τα πυρομαχικά του πολυβόλου του. Έτσι ο Ιταλός διώκτης πολυβόλησε ανηλεώς και προξένησε σοβαρές ζημιές στο Henschel. Όμως ο χειριστής του, αρχισμηνίας Τζάντας, αν και τραυματίας, μπόρεσε μετά από ελιγμούς αποφυγής να πραγματοποιήσει αναγκαστική προσγείωση με διάτρητο κινητήρα, κοντά στο ύψωμα Προφήτης Ηλίας, βορειοανατολικά του χωριού Βασιλειάδα του Νομού Καστοριάς (φωτ. 16).

Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία της Πολεμικής Αεροπορίας του ΓΕΑ, μόλις ο Τζάντας προσγείωσε το αεροπλάνο αντιλήφθηκε ότι ο Γιάνναρης ήταν νεκρός στη θέση του.[26] Ο τραυματίας Τζάντας και η σορός του Γιάνναρη μεταφέρθηκαν στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Κοζάνης, την πόλη που έδρευε το Τμήμα Στρατιάς Δυτ. Μακεδονίας (ΤΣΔΜ). Όμως, ο Σάββας Βλάσσης που ερεύνησε τις συνθήκες του θανάτου του Γιάνναρη, κατέγραψε ότι οι κάτοικοι της Βασιλειάδας ισχυρίζονται ότι ο Γιάνναρης ήταν ακόμη ζωντανός στο αεροπλάνο και πέθανε στη διάρκεια της διακομιδής του στην Κοζάνη.[27] Την ίδια πληροφορία μου μετέφερε σε συνομιλία μας και ο κ. Νικόλαος Τζάντας, γιος του χειριστή.

Ο Γιάνναρης υπήρξε ο πρώτος πεσών Έλληνας αξιωματικός στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν ταυτόχρονα και ο πρώτος πεσών της Πολεμικής Αεροπορίας, αλλά επίσης ο πρώτος πεσών σε πολεμική επιχείρηση απόφοιτος της Σχολής Ικάρων.[28] Ο θάνατός του ανακοινώθηκε με ένα λακωνικό ανακοινωθέν από το ΓΕΑ: «Το υπ’ αρ. 44 αερ/φος του 3/2 Σμήνους κατερρίφθη υπό των εχθρικών καταδιωκτικών εις θέσιν προφ. ΗΛΙΑΣ, χωρίον ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ (Β.Α. Καστοριάς). Ο παρατηρητής Ανθ/σγος ΓΙΑΝΝΑΡΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ εφονεύθη. Ο χειριστής Αρχισμηνίας Τσάντας τραυματισθείς διεκομίσθη εις Κοζάνην

Σύμφωνα με τον παλαίμαχο αεροπόρο κ. Ηλία Καρταλαμάκη (Αντιπτέραρχο ε.α.): «η τύχη έπαιξε ένα παιχνίδι στον Γιάνναρη, που το συνηθίζει κατά καιρούς στους αεροπόρους. Η τύχη ενός αεροπόρου δεν είναι πάντα στα χέρια της μοίρας του, αλλά εξαρτάται καμία φορά από τη μοίρα κάποιου άλλου, που όταν οι δρόμοι της ζωής τους συναντηθούν τότε τα πεπρωμένα τους επηρεάζονται καταλυτικά και ο ένας στους δύο κερδίζει θυσιάζοντας τον άλλο για κάποιον άγνωστο λόγο. Κάτι τέτοιο έγινε και 'κείνο το πρωϊνό. Η ώρα είναι 4.30 και το Σμήνος των Χένσελ είναι στο πόδι για αποστολές αναγνώρισης. Παρατηρητής στο ένα από αυτά είναι ο Ανθ/γός Γ. Τζαμουράνης, ο οποίος όμως έφθασε στη Μοίρα από την Αθήνα μόλις 6 ώρες πριν. Εκτός από την ταλαιπωρία του ταξιδιού δεν έχει ενημερωθεί με την περιοχή και τους χάρτες. Ο Γιάνναρης –φίλος του Τζαμουράνη από την εποχή που ήταν μαζί στη Σχολή Αεροπορίας- είπε στον διοικητή του Σμηναγό Παντελή Μπακόλα:

-Κύριε Διοικητά, καθώς ξέρετε ο Τζαμουράνης έφτασε χθες το βράδυ στις 10. Δεν έχει προσανατολισθεί στη Μονάδα και δεν έχει ακόμα γνωρίσει το Χένσελ ούτε καν το αεροδρόμιο. Δεν θα ήταν λογικό να πετάξει τόσο σύντομα.

-Τι προτείνεις Γιάνναρη;

-Να πάρω εγώ την αποστολή του τώρα, κι αργότερα πετάει εκείνος».[29]

Η Πατρίδα τίμησε τον 24χρονο Ευάγγελο Γιάνναρη προάγοντάς τον μετά θάνατον σε υποσμηναγό και απονέμοντάς του τον Σταυρό του Ιπταμένου. Ο απέριττος τάφος του Ευάγγελου Γιάνναρη υπάρχει και σήμερα στο νεκροταφείο του Αγίου Γεωργίου. Δέκα χρόνια ακριβώς αργότερα, ο Δήμος Κοζάνης βάπτισε μια νέα οδό της πόλης με το όνομα του Ευαγγέλου Γιάνναρη.[30] Επίσης, η κοινότητα της Βασιλειάδας τιμώντας τη μνήμη του πραγματοποιεί κάθε χρόνο την πρώτη Κυριακή μετά την 28η Οκτωβρίου επιμνημόσυνη δέηση στην κεντρική πλατεία του χωριού που φέρει το όνομά του. Στην πλατεία υπάρχει και η προτομή του Ευαγγέλου Γιάνναρη δίπλα στο μνημείο που έστησε η Πολεμική Αεροπορία με ένα αεριωθούμενο μονοκινητήριο –μονοθέσιο πολλαπλού ρόλου αεροσκάφος F104G STARFIGHTER (φωτ. 17).

Στο Πολεμικό Μουσείο της Αθήνας ο επισκέπτης μπορεί να δει σε ειδική προθήκη τη στολή, τις επωμίδες του Γιάνναρη καθώς και τη μοναδική χειρόγραφη επιστολή που πρόλαβε να στείλει στους οικείους του στη διάρκεια του πολέμου (φωτ. 18).

 

[1]Οι πρώτοι Έλληνες στρατιωτικοί δόκιμοι αεροπόροι ξεκίνησαν την εκπαίδευσή τους στο Παρίσι τον Δεκέμβριο του 1911.

[2]ΓΕΑ, Υπηρεσία Ιστορίας Πολεμικής Αεροπορίας: Ιστορία της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, Τόμος Γ΄, Αθήνα 1990, 21-27.

[3]Μέχρι και τη δεκαετία του 1930 ο χειριστής του αεροπλάνου λεγόταν οδηγός.

[4]Οι αντίστοιχοι δόκιμοι αεροπόροι του ναυτικού εκπαιδεύονταν την ίδια εποχή στο Μούδρο της Λήμνου σε σχολή υπό αγγλική διοίκηση.

[5]Τότε άλλαξε και η ονομασία της Σχολής σε «Κέντρο Εκπαιδεύσεως Σέδες-Αεροπλοΐα». Όμως η «ανεπίσημη» και πιο γνωστή ονομασία της Σχολής υπό ελληνική διοίκηση ήταν «Στρατιωτική Σχολή Αεροπλοΐας».

[6]Βασίλης Α. Οικονόμου (Ταξίαρχος Ι ε.α.), Η Πορεία προς την Ενιαία Αεροπορία, Παραγωγή Ιπταμένου Προσωπικού 1912-1946, Μουσείο Π.Α., Υπηρεσία Αεροπορικών Εκδόσεων Π..Α., Αθήνα, 2010, 68-69. Την πτητική εκπαίδευση των δοκίμων χειριστών αναλάμβαναν μάχιμοι αεροπόροι που έτυχε να βρίσκονται στο Σέδες με άδεια ή για υπηρεσιακούς λόγους, καθώς η Σχολή δεν διέθετε εκπαιδευτικό προσωπικό.

[7]ΓΕΑ, Υπηρεσία Ιστορίας Πολεμικής Αεροπορίας: Ιστορία της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, Τόμος Β΄, Αθήνα 1998, 11-12

[8]ΓΕΑ, Υπηρεσία Ιστορίας Πολεμικής Αεροπορίας, Ελληνική Αεροπορία, Συνοπτική Ιστορία 1908-1944, Αθήνα 2000, 54.

[9]Αναλυτική παρουσίαση των επιχειρήσεων αυτών στο Ιστορία της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, Τόμος Β΄, 71-87.

[10]Το Εσκις Σεχίρ τελικά κατελήφθη τον Ιούλιο του 1921 όταν το Γ΄ Σώμα Στρατού επανέλαβε την επίθεση. Όμως ο Πετράκης δεν έμελε να ζήσει αυτό το σπουδαίο κατόρθωμα για το οποίο είχε αγωνιστεί τόσο πολύ, καθώς είχε σκοτωθεί δύο μήνες νωρίτερα.

[11]Ελληνική Αεροπορία, 54.

[12]Οικονόμου, ο.π. 76. Το επίσημο βιογραφικό του Σκρουμπέλου από το ΓΕΑ δίνει ως έτος εισδοχής του στη Στρατιωτική Σχολή Αεροπλοΐας του Σέδες το 1928, αλλά αυτό είναι λάθος

[13]Το ίδιο, 75.

[14]Οι άλλες ελληνικές μοίρες διώξεως που διέθεταν PZL ήταν η 21 και η 22 Μ.Δ. Στην τελευταία το 1940 υπηρετούσε ο Μαρίνος Μητραλέξης, ο πιο γνωστός Έλληνας πιλότος του Β΄ Π.Π., ο οποίος κατέρριψε ένα ιταλικό βομβαρδιστικό με την έλικα του αεροπλάνου του.

[15]Ιστορία της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, Τόμος Γ΄, 244.

[16]Το ίδιο, 252.

[17]Ηλίας Δ. Καρταλαμάκης, Η Αεροπορία στον Πόλεμο του ’40, Αθήνα 1990, 247.

[18]Επιβεβαίωση από συγγενή στη διάρκεια της ομιλίας. Μου ανέφερε ότι ο Σκρουμπέλος είχε γράψει σε συγγενείς του ότι είχε πράγματι τραυματιστεί στη διάρκεια της αερομαχίας.

[19]Ελληνική Αεροπορία, 107.

[20]Ιστορία της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, Τόμος Γ΄, 275.

[21] Οικονόμου, ο.π. 75

[22]Το 3/2 Σμήνος όπου μετατέθηκε ο Γιάνναρης ήταν το πιο προωθημένο σμήνος της 3ης Μοίρας Στρατιωτικής Συνεργασίας και έδρευε στο αεροδρόμιο Κούκλαινα της Βέροιας

[23]Λεπτομερή περιγραφή της επιχείρησης παραθέτει ο Σάββας Δ. Βλάσσης, «Ανθυποσμηναγός Ευάγγελος Γιάνναρης, Ο Πρώτος Νεκρός αξιωματικός του Ελληνοϊταλικού Πολέμου», Πόλεμος και Ιστορία, Νοέμβριος 2003, 14-21, 19-21.

[24]Σε όλα τα δημοσιεύματα το όνομα είναι καταγεγραμμένο λανθασμένα ως «Τσάντας» αντί του σωστού Τζάντας.

[25]Γιώργος Παπαδημητρίου, «Αρχισμηνίας Βάλτερ Ρατικιέρι, ο Διώκτης του Γιάνναρη», Πόλεμος και Ιστορία, Νοέμβριος 2003, 22-23.

[26]Ιστορία της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, Τόμος Γ΄, 180-181. Ο Βλάσσης κατέδειξε ότι υπάρχουν λάθη και παραλείψεις στην επίσημη αναφορά της αερομαχίας.

[27]Βλάσσης, ο.π., 20.

[28]Ο πρώτος Έλληνας πεσών αξιωματικός του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, βάσει και της Φ.900/194/250829, Σ.197, 21/10/2005.

 

[29]Καρταλαμάκης, ο.π. 51

[30]Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στην τοπική εφημερίδα ΕΝΩΣΙΣ στις 24-9-1950 ως εξής: «Πληροφορούμεθα ότι ό Δήμος Κοζάνης ώνόμασε τήν πρώτην όδόν τής είσόδου τής πόλεως έκ Θεσ] νίκης είς όδόν "άνθυποσμηναγού Γιάνναρη Εύαγγέλου» εις μνήμην τού πρώτου πεσόντος άεροπόρου έν Άλβανία Εύαγ. Γιάνναρη. Ή όδός αύτη εύρίσκεται έναντι τού τάφου τού ήρωος».

ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ TV