ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

Άρθρα

-Ποιὸς τὰ βουνὰ σφυροκοπᾶ καὶ γέμει ἀχὸν ὁ τόπος;

-Ἡ Ἑλλάδα ὁλάκερη ἀγρυπνᾶ καὶ μάρμαρα σκαλίζει!

Ἄγγ. Σικελιανός, Ἐπίνικοι Α΄ (1912-1913)

Ευαγγελία Πάντου,

Αν.Προϊσταμένη της 5ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Σπάρτης

Ένα μνημειώδες λιθόκτιστο οικοδόμημα που δεσπόζει στο χωριό της Αγόριανης περιγράφoντας στο πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα τη βαθιά θρησκευτικότητα και την ευσέβεια μιας παραδοσιακής κοινωνίας της αγροτικής υπαίθρου, είναι ο σταυροειδής τρουλλαίος ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου[1] (εικ. 1). Η ανέγερση του περικαλλούς εκκλησιαστικού κτίσματος, σύμφωνα με γραπτή επιγραφή εντοιχισμένη στην πρόσοψή του, άρχισε το έτος 1924 και ολοκληρώθηκε με τον εγκαινιασμό του, το έτος 1958. Η δαπάνη της κατασκευής του που καλύφθηκε εξολοκλήρου από εράνους, δωρεές και εισφορές ξεπέρασε τα τρία εκατομμύρια δραχμές[2]. Οι βομβαρδισμοί των Γερμανών κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο δεν κατόρθωσαν να πλήξουν το ιερό καθίδρυμα[3].

Η τυπολογία και η επιμελής κατασκευή του ναού της Κοίμησης σημειογραφούν τις προθέσεις των κατοίκων του τόπου να υψώσουν ένα πολύτιμο αφιέρωμα στην προστάτιδα Θεοτόκο. Η νέα εκκλησία θεμελιώθηκε στο χώρο του μονυδρίου της Παναγίας το οποίο μετεπαναστατικά διαλύθηκε[4], δίπλα στο μοναδικό σωζόμενο σήμερα κτίσμα της, το μικρό μονόχωρο καθολικό[5] (εικ. 2). Ο τόπος ήταν ιερός, καθαγιασμένος αλλά και ιδανικό σημείο για να δεχθεί ένα λαμπρό κτίσμα καθώς αποτελούσε την επίπεδη κορυφή λοφώδους αντερείσματος στους πρόποδες του χωριού.

Η απόφαση για την ανέγερση του νέου ναού ελήφθη κατά το δεύτερο βαλκανικό πόλεμο, όπως προκύπτει από γραπτό τεκμήριο που με πολλή φροντίδα φυλάσσεται στο εσωτερικό του. Πρόκειται για ένα έγγραφο (εικ. 3) συνταγμένο την 18η Αυγούστου 1913 στο Δεμίρ Ισάρ, το σημερινό Σιδηρόκαστρο Σερρών, από Αγοριανίτες στρατιώτες, οι οποίοι συμμετείχαν στους βαλκανικούς πολέμους. Τα έγγραφο[6] έχει ως εξής:

 

 

Ἀφιέρωμα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου

 

Δεμὶρ Ισὰρ τῇ 18ην Αὑγουστου 1913

           ἄπαντες οἱ παρευρισκόμενοι

καὶ οἱ Συμετάσχοντες τῆς ἐκστρατείας τοῦ ἔτους

1912-1913 ἀφιρούμεν ἐν Συνενέσῃ αἱτήσιον ποσον

Δραχμᾶς ἐκατὸν 100 - αἱτησίως.

Τὸ ποσὸν τοῦτο θέλομεν εἰσπράξη ἐντὸς μιᾶς 3-

μηνίας, ἐκτος ἡμῶν δύναται τὶς νὰ καταβάλῃ τὸ

ποσὸν τούτο.

Ἀναλαμβάνομεν τὴν εὑθύνην τῆς εἰσπράξεως τοῦ

τοῦ ποσοῦ τοῦτου ἐκάστου καὶ θέλει εἵμεθα ὑπ῾ εὔθυνοι

  • 1) Παπαδόπουλος Παν. Κ.
  • 2) Παπαδόπουλος Παν. Χρη.
  • 3) Τουρνᾶς Γεωργ. Αναγ.
  • 4) Γεωργακόπουλος Αθ. Γεωρ.
  • 5) Παϊκόπουλος Γεωρ. Πανα.

 

Οἱ Καταθέσαντες

1)Παπαδόπουλος Παν. Κ.                   Δραχ. 100

2) Παναγιώτης Παπαδ. Χριστ.               =     100

3) Ηλίας Ν Ψυχογιός                               =     100

4) Γεώρ Φουντᾶς Αθαν                          =     100

5) Αθανάσιος Γεωργακόπουλος Γεωρ   =     100

6) Σπυρίδων Παπαδόπουλος Κοστ.     =   100

7) Κ Π Παικόπουλος                               -   100

         8) Ἠλίας Κ. Φράγκος                                     100

         9) Γεωργ. Ἀναγ. Τουρνᾶς

         10) Γ Π Παϊκόπουλος                                     100

         11)

          Όπως είναι γνωστό, αποτέλεσμα της πολιτικής του Βενιζέλου, πρωθυπουργού της Ελλάδας από το 1910, ήταν η συμμετοχή της χώρας στο βαλκανικό πόλεμο του 1912[7]. Αρχικά η πολεμική αντιπαράθεση ήταν ανάμεσα στη γηραιά και σε αποσύνθεση Οθωμανική αυτοκρατορία από τη μια και, τα τέσσερα χριστιανικά κράτη της χερσονήσου του Αίμου, τη Βουλγαρία, τη Σερβία, το Μαυροβούνιο, και την Ελλάδα, από την άλλη[8]. Ο Α΄ βαλκανικός πόλεμος τερματίστηκε και τυπικά με την υπογραφή της συνθήκης του Λονδίνου (17 Μαΐου 1913) σύμφωνα με την οποία η Οθωμανική αυτοκρατορία εγκατέλειπε όλα σχεδόν τα ευρωπαϊκά-βαλκανικά εδάφη της. Στη συνέχεια όμως το ζήτημα της διανομής των εδαφών της Μακεδονίας που ελέγχονταν από τον ελληνικό στρατό αλλά τμήματά της διεκδικούνταν τόσο από τη Βουλγαρία όσο και από τη Σερβία, δεδομένου ότι δεν υπήρχε προσύμφωνο μεταξύ της Ελλάδας και των συμμάχων της, οδήγησε σε νέο πόλεμο, ο οποίος στη δεύτερη φάση του εξελίχτηκε σε σκληρή αντιπαράθεση μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων με σφοδρές μάχες[9]. Η Ελλάδα και η Σερβία συμμάχησαν για να αντιμετωπίσουν τις διεκδικήσεις της Βουλγαρίας.

Μετά τις βιαιότητες των Βουλγάρων και τη συγκέντρωση στρατευμάτων τους σε ευαίσθητα σημεία της Μακεδονίας, η Ελλάδα αποφάσισε να δράσει καίρια. Με τις νικηφόρες μάχες της Δοϊράνης (22-23 Ιουνίου 1913), της Στρώμνιτσας (26 Ιουνίου) και την κατάληψη του Δεμίρ Ισάρ (27 Ιουνίου), η τελική έκβαση του αγώνα υπέρ των Ελλήνων είχε προδικαστεί[10].

Το Δεμίρ Ισάρ ήταν η βάση της στρατιάς του Ιβανώφ, ο οποίος φεύγοντας για να ενισχύσει το μέτωπο της Στρώμνιτσας άφησε σε αυτή μία μόνο μεραρχία[11]. Μετά την καταστροφή της Στρώμνιτσας, το Δεμίρ Ισάρ κατελήφθη από τον ελληνικό στρατό με έφοδο. Οι Βούλγαροι εγκαταλείποντάς το, προέβησαν στη σφαγή του μητροπολίτη και 100 προκρίτων[12].

Οι συνέπειες των βαλκανικών πολέμων ήταν ευεργετικές για την Ελλάδα: πρασαρτήθηκε η Ήπειρος, η Μακεδονία, η Κρήτη, νησιά του Αιγαίου και απελευθερώθηκε μεγάλος αριθμός αλύτρωτων Ελλήνων. Σε δέκα μόλις μήνες η Ελλάδα διπλασίασε σχεδόν την εδαφική της έκταση και τον πληθυσμό της. Ο ελληνικός λαός πλέον μπορούσε να προσβλέπει στο μέλλον με αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση. Ο στρατός με τις αλλεπάλληλες νίκες του για πρώτη φορά έβγαινε στο ελεύθερο κράτος δυναμωμένος. Μετά τις στρατιωτικές αυτές επιτυχίες δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τη συναισθηματική έξαρση των στρατιωτών της Αγόριανης, οι οποίοι την 18η Αυγούστου 1913, λίγες μόνο μέρες μετά την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου)[13] από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ελλάδα, το Μαυροβούνιο και τη Σερβία, αποφασίζουν να ιδρύσουν στην πατρώα γη έναν ναό και να τον αφιερώσουν στην προστάτιδα Θεοτόκο[14]. Η επιβίωση των στρατιωτών αυτών στη φονικότατη πολεμική αναμέτρηση του Δεμίρ Ισάρ δεν θα μπορούσε παρά να αποδοθεί στη θαυματουργή παρέμβαση της Θεοτόκου.

Ποτισμένος με βίωμα βαθιάς χριστιανικής πίστης ο ναός της Κοίμησης (εικ. 4) κτιζόταν σε εποχές οικονομικής δυσπραγίας, για δεκαετίες, με προσωπική πολλές φορές εργασία των ενοριτών. Η κλίμακα και η ευρύτητα της κάτοψής του δεν θυμίζουν ναό της αγροτικής υπαίθρου αλλά παραπέμπουν σε αστικού χαρακτήρα εκκλησιαστικό οικοδόμημα προορισμένο να δεχθεί πολυάνθρωπο εκκλησίασμα. Προφανώς τα δημογραφικά δεδομένα της Αγόριανης εκείνης της εποχής ήταν διαφορετικά από τα σημερινά.

Τις συμβολικές και εκφραστικές ανάγκες της αρχιτεκτονικής σύλληψης καλύπτουν στοιχεία που αντλούνται από τη βυζαντινή μορφοπλαστική παράδοση: η σταυροειδής διάταξη στην ογκοπλαστική οργάνωση, η καθ’ ύψος άρθρωση σε ζώνες (βάση, κορμός, στέγη), η αισθητική ανάδειξη επιμέρους μορφολογικών ενοτήτων. Ο ηθελημένος ωστόσο τονισμός των αξόνων, κυρίως στις κεραίες του σταυρού, διαστάσεων 18 χ 24 μέτρα, καθώς και η μικρή κλίμακα του τρούλλου, απομακρύνουν το κτίσμα από τα βυζαντινά πρότυπα (εικ. 5). Η αυστηρή επίσης γεωμετρική οργάνωση των όψεων και η διαχείριση της επεξεργασμένης λιθοδομής που εξαίρει τη βάση (εικ. 6), τα καμπύλα τόξα και τις γωνίες (εικ. 7), η προβολή των κεραιών του σταυρού εξωτερικά με αντηρίδες που στηρίζουν τόξο καθώς και η μορφολογία της εισόδου με τους ολομάρμαρους κίονες (εικ. 8) μαρτυρούν συνθετική επιμέλεια και εκλεκτισμό. Οι προεξέχουσες υψηλές τρίπλευρες αψίδες του ιερού Βήματος (εικ. 9) και τα κωδωνοστάσια που ενσωματώθηκαν μεταγενέστερα στο ογκομετρικό περίγραμμα του ναού, τονίζουν δυναμικά και ολοκληρώνουν τη νεοβυζαντινή αισθητική του επιβλητικού κτηρίου[15].

Ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου ανήκει στα μνημεία του πρόσφατου παρελθόντος που συνιστούν αξιοπρόσεκτα τεκμήρια καθώς αφηγούνται με το δικό τους τρόπο ανθρώπινες ιστορίες και περιπέτειες…  

 

[1] Δ. Α. Σπαντίδος, Εκκλησίες και Μοναστήρια των χωριών της Επάνω Ρίζας (Δήμου Πελλάνας) της Λακεδαίμονος, Αθήνα 2001, 28. Ο ίδιος, Η συμβολή των αγωνιστών της Επάνω Ρίζας (Δήμου Πελλάνας) της Λακεδαίμονος στην Επανάσταση του 1821, Αθήνα 2009, 618.

[2] Ἐ. Καφεντζής, «Ἀπὸ τὴν ἄγνωστη ἱστορία τῆς πατρίδος μας. Μνημεῖα καὶ τοπωνύμια τῆς Ἀγόριανης», Λακωνικὰ 33 (1969), 72.

[3] Ό. π.

[4] Για την ύπαρξη του μονυδρίου και την περιουσιακή του κατάσταση κατά την Καποδιστριακή περίοδο, βλ. Ἑ. Δ. Μπελιά, «Μοναστηριακὰ Λακωνίας», Λακωνικαὶ Σπουδαὶ 1 (1972), 335, 348-349. Σύμφωνα με έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους, μετά τη διάλυση του μικρού μοναστηριού το 1835, τα βιβλία και τα ιερά άμφια παραδόθηκαν από τον Δημήτριο Γιαννετάκη στην Επισκοπή και τρεις εικόνες, του Χριστού, του Προδρόμου και της Κοίμησης της Θεοτόκου, μεταφέρθηκαν στη μονή Καστρίου που παρέμενε σε λειτουργία, βλ. Σπαντίδος, Η συμβολή των αγωνιστών, ό. π., 618-621. Τα ερείπια των κελλιών σώζονταν μέχρι το 1924 που άρχισε η ανέγερση του νέου ναού, βλ. Δ. Αθ. Παπαδόγιαννης, ιερέας, Το χωριό μου, Αγόριανη 2002, 209.

[5] Οι εργασίες ανακαίνισης του ναού κατά τα έτη 1960-65 (Παπαδόγιαννης, ό. π., ) έχουν αποστερήσει ή τουλάχιστον έχουν αποκρύψει στοιχεία της αυθεντικότητάς του. Στο εσωτερικό του έχουν αναρτηθεί νεότερες εικόνες φιλοτεχνημένες από αγιογράφους οι οποίοι ασκούν ένα ιδίωμα που μαρτυρά την εξοικείωσή τους με την εκκοσμικευμένη ζωγραφική του κινήματος των Ναζαρηνών. Οι εικόνες αυτές είναι δηλωτικές και των αισθητικών προτιμήσεων των παραγγελιοδοτών τους. Ειδικότερα αποδίδονται τα ακόλουθα εικονογραφικά θέματα: 1. Τα Εισόδια της Θεοτόκου (διαστ. 130χ69εκ.). Κάτω δεξιά διαβάζεται αφιερωτική επιγραφή: Αφιέρωμα/ Νικολάου Ι. ΒΕΡΓΑΔΟΥ/ 1967 και δεξιά το όνομα του ζωγράφου: Ε. Δράκος/ Κλαμάτα. 2. Η Κοίμηση της Θεοτόκου (διαστ. με την κορνίζα 129χ97εκ.). Κάτω δεξιά έχει γραφεί: Δαπάνη/ Ἐλένης Θ. Ψαθᾶ/ 1936 και αριστερά υπογράφει ο ζωγράφος: Κ. Οικονομάκης/ Ἀθῆναι. 3. Η Υπαπαντή (85χ62εκ.). Στο κάτω μέρος της εικόνας υπάρχει η επιγραφή: Δαπάνη/ Φλωρους Παπαδοπούλου 1923. 4. Η Κοίμηση της Θεοτόκου (διαστ. 142χ102εκ.). Χαμηλά αναπτύσσεται πολύστιχη αφιερωτική επιγραφή: Ἀφιέρωμα Πολυξένης Δ. Παπαδοπούλου, Μαρίτσας, Γαρουφαλιᾶς, Κατίνας, Πότη, Γαρουφαλιᾶς, Ἀνιῶς, Χρισάνθης, / Εὐγενίας, Ἀθηνᾶς, Φλωροῦς, Ἀναστασίας, Παναγιώτου, Γιαννούλας, Δέσπως, Κατερίνας, Ἑλένης, Κατερίνας, Γεωργίτσας, / Κρουστάλως, Ἑλένης, Γιαννούλας, Ἑλένης, Μαριγῶς, Γιαννούλας, Ἑλένης, Ἀφροδίτης, Παναγιώτου, Ἀλεξάνδρας, Πολυτίμης,/ Ἀθηνᾶς, Ἑλένης….. καὶ τῆς συνοδείας αὐτῶν. 1935. Δεξιά υπογράφει ο ζωγράφος Σ. Μοσχονᾶς. 5. Η Θεοτόκος Ζωοδόχος Πηγή (διαστ. 136χ79εκ.). Αριστερά έχει γραφεί: ΑΦΙΕΡΩΜΑ/ ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΣΩΤ. ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ και δεξιά το όνομα του ζωγράφου: Π. Λαζαρῆς/ 1960.

[6] Το κείμενο αναγράφεται στη μία όψη φύλλου, με μαύρο μελάνι. Διατηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου.

[7] Κ. Σβολόπουλος, «Διπλωματικὲς ἐξελίξεις ἀπὸ τὸ 1909 ὣς τὸ 1912», Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τ. ΙΔ΄, Ἀθῆναι 1977 (στο εξής: ΙΕΕ, τ. ΙΔ΄), 284-289.

[8] Για τον α΄ βαλκανικό πόλεμο, βλ. Ν. Οἰκονόμου, «Ὁ α΄ βαλκανικὸς πόλεμος», ΙΕΕ, τ. ΙΔ΄, 289-326.

[9] Για το β΄ βαλκανικό πόλεμο, βλ. Κ. Σβολόπουλος, «Ο β΄ βαλκανικός πόλεμος», ΙΕΕ, τ. ΙΔ΄, 335-339. Β. Σφυρόερας, «Βαλκανικοί πόλεμοι», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, τ. 10, Αθήνα 2006, 612-614. Ποικίλες πτυχές της περιόδου 1910-1914 πέρα από την εξιστόρηση των μαχών και των διπλωματικών ελιγμών, εξετάζονται στο έργο, Η Ελλάδα των Βαλκανικών πολέμων 1910-1914, Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα 1993.

[10] Για περιγραφή των μαχών αυτών, βλ. Ν. Οἰκονόμου, «Οἱ ἐπιχειρήσεις τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ», ΙΕΕ, τ. ΙΔ΄, 344-347.

[11] Βλ. Ιω. Θ. Μπάκας, Ο Ελληνισμός και η Μητροπολιτική περιφέρεια Μελενοίκου 1850-1912, αδημ. διδ. διατριβή, Θεσσαλονίκη 2003 (διαθέσιμη ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα του Εθνικού Αρχείου διδ. διατριβών), 292.

[12] Οἰκονόμου, ό. π., 345. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Επίτιμη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913), έκδ. Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1987, 228.

[13] Για τη συνθήκη του Βουκουρεστίου και την εκπλήρωση εθνικών διεκδικήσεων, βλ. Κ. Σβολόπουλος, «Ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου», ΙΕΕ, τ. ΙΔ΄, 352-354.

[14] Για το ιστορικό της πολύχρονης ανέγερσης του ναού με ερανικές ενέργειες, βλ. Παπαδόγιαννης, ό. π., 211-222.

[15] Για την εξέλιξη της ναοδομίας της αγροτικής υπαίθρου στις αρχές του 20ού αιώνα, βλ. Γρ. Α. Πουλημένος, Η Ελλαδική Ναοδομία στην περίοδο του Νεοκλασσικισμού (1830-1912), αδημ. διδ. διατριβή, τ. α΄ (κείμενα), Αθήναι 1997 (διαθέσιμη ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα του Εθνικού Αρχείου διδ. διατριβών), 108-114.

 

[1] Δ. Α. Σπαντίδος, Εκκλησίες και Μοναστήρια των χωριών της Επάνω Ρίζας (Δήμου Πελλάνας) της Λακεδαίμονος, Αθήνα 2001, 28. Ο ίδιος, Η συμβολή των αγωνιστών της Επάνω Ρίζας (Δήμου Πελλάνας) της Λακεδαίμονος στην Επανάσταση του 1821, Αθήνα 2009, 618.

[1] Ἐ. Καφεντζής, «Ἀπὸ τὴν ἄγνωστη ἱστορία τῆς πατρίδος μας. Μνημεῖα καὶ τοπωνύμια τῆς Ἀγόριανης», Λακωνικὰ 33 (1969), 72.

[1] Ό. π.

[1] Για την ύπαρξη του μονυδρίου και την περιουσιακή του κατάσταση κατά την Καποδιστριακή περίοδο, βλ. Ἑ. Δ. Μπελιά, «Μοναστηριακὰ Λακωνίας», Λακωνικαὶ Σπουδαὶ 1 (1972), 335, 348-349. Σύμφωνα με έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους, μετά τη διάλυση του μικρού μοναστηριού το 1835, τα βιβλία και τα ιερά άμφια παραδόθηκαν από τον Δημήτριο Γιαννετάκη στην Επισκοπή και τρεις εικόνες, του Χριστού, του Προδρόμου και της Κοίμησης της Θεοτόκου, μεταφέρθηκαν στη μονή Καστρίου που παρέμενε σε λειτουργία, βλ. Σπαντίδος, Η συμβολή των αγωνιστών, ό. π., 618-621. Τα ερείπια των κελλιών σώζονταν μέχρι το 1924 που άρχισε η ανέγερση του νέου ναού, βλ. Δ. Αθ. Παπαδόγιαννης, ιερέας, Το χωριό μου, Αγόριανη 2002, 209.

[1] Οι εργασίες ανακαίνισης του ναού κατά τα έτη 1960-65 (Παπαδόγιαννης, ό. π., ) έχουν αποστερήσει ή τουλάχιστον έχουν αποκρύψει στοιχεία της αυθεντικότητάς του. Στο εσωτερικό του έχουν αναρτηθεί νεότερες εικόνες φιλοτεχνημένες από αγιογράφους οι οποίοι ασκούν ένα ιδίωμα που μαρτυρά την εξοικείωσή τους με την εκκοσμικευμένη ζωγραφική του κινήματος των Ναζαρηνών. Οι εικόνες αυτές είναι δηλωτικές και των αισθητικών προτιμήσεων των παραγγελιοδοτών τους. Ειδικότερα αποδίδονται τα ακόλουθα εικονογραφικά θέματα: 1. Τα Εισόδια της Θεοτόκου (διαστ. 130χ69εκ.). Κάτω δεξιά διαβάζεται αφιερωτική επιγραφή: Αφιέρωμα/ Νικολάου Ι. ΒΕΡΓΑΔΟΥ/ 1967 και δεξιά το όνομα του ζωγράφου: Ε. Δράκος/ Κλαμάτα. 2. Η Κοίμηση της Θεοτόκου (διαστ. με την κορνίζα 129χ97εκ.). Κάτω δεξιά έχει γραφεί: Δαπάνη/ Ἐλένης Θ. Ψαθᾶ/ 1936 και αριστερά υπογράφει ο ζωγράφος: Κ. Οικονομάκης/ Ἀθῆναι. 3. Η Υπαπαντή (85χ62εκ.). Στο κάτω μέρος της εικόνας υπάρχει η επιγραφή: Δαπάνη/ Φλωρους Παπαδοπούλου 1923. 4. Η Κοίμηση της Θεοτόκου (διαστ. 142χ102εκ.). Χαμηλά αναπτύσσεται πολύστιχη αφιερωτική επιγραφή: Ἀφιέρωμα Πολυξένης Δ. Παπαδοπούλου, Μαρίτσας, Γαρουφαλιᾶς, Κατίνας, Πότη, Γαρουφαλιᾶς, Ἀνιῶς, Χρισάνθης, / Εὐγενίας, Ἀθηνᾶς, Φλωροῦς, Ἀναστασίας, Παναγιώτου, Γιαννούλας, Δέσπως, Κατερίνας, Ἑλένης, Κατερίνας, Γεωργίτσας, / Κρουστάλως, Ἑλένης, Γιαννούλας, Ἑλένης, Μαριγῶς, Γιαννούλας, Ἑλένης, Ἀφροδίτης, Παναγιώτου, Ἀλεξάνδρας, Πολυτίμης,/ Ἀθηνᾶς, Ἑλένης….. καὶ τῆς συνοδείας αὐτῶν. 1935. Δεξιά υπογράφει ο ζωγράφος Σ. Μοσχονᾶς. 5. Η Θεοτόκος Ζωοδόχος Πηγή (διαστ. 136χ79εκ.). Αριστερά έχει γραφεί: ΑΦΙΕΡΩΜΑ/ ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΣΩΤ. ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ και δεξιά το όνομα του ζωγράφου: Π. Λαζαρῆς/ 1960.

[1] Το κείμενο αναγράφεται στη μία όψη φύλλου, με μαύρο μελάνι. Διατηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου.

[1] Κ. Σβολόπουλος, «Διπλωματικὲς ἐξελίξεις ἀπὸ τὸ 1909 ὣς τὸ 1912», Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τ. ΙΔ΄, Ἀθῆναι 1977 (στο εξής: ΙΕΕ, τ. ΙΔ΄), 284-289.

[1] Για τον α΄ βαλκανικό πόλεμο, βλ. Ν. Οἰκονόμου, «Ὁ α΄ βαλκανικὸς πόλεμος», ΙΕΕ, τ. ΙΔ΄, 289-326.

[1] Για το β΄ βαλκανικό πόλεμο, βλ. Κ. Σβολόπουλος, «Ο β΄ βαλκανικός πόλεμος», ΙΕΕ, τ. ΙΔ΄, 335-339. Β. Σφυρόερας, «Βαλκανικοί πόλεμοι», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, τ. 10, Αθήνα 2006, 612-614. Ποικίλες πτυχές της περιόδου 1910-1914 πέρα από την εξιστόρηση των μαχών και των διπλωματικών ελιγμών, εξετάζονται στο έργο, Η Ελλάδα των Βαλκανικών πολέμων 1910-1914, Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα 1993.

[1] Για περιγραφή των μαχών αυτών, βλ. Ν. Οἰκονόμου, «Οἱ ἐπιχειρήσεις τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ», ΙΕΕ, τ. ΙΔ΄, 344-347.

[1] Βλ. Ιω. Θ. Μπάκας, Ο Ελληνισμός και η Μητροπολιτική περιφέρεια Μελενοίκου 1850-1912, αδημ. διδ. διατριβή, Θεσσαλονίκη 2003 (διαθέσιμη ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα του Εθνικού Αρχείου διδ. διατριβών), 292.

[1] Οἰκονόμου, ό. π., 345. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Επίτιμη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913), έκδ. Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1987, 228.

[1] Για τη συνθήκη του Βουκουρεστίου και την εκπλήρωση εθνικών διεκδικήσεων, βλ. Κ. Σβολόπουλος, «Ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου», ΙΕΕ, τ. ΙΔ΄, 352-354.

[1] Για το ιστορικό της πολύχρονης ανέγερσης του ναού με ερανικές ενέργειες, βλ. Παπαδόγιαννης, ό. π., 211-222.

[1] Για την εξέλιξη της ναοδομίας της αγροτικής υπαίθρου στις αρχές του 20ού αιώνα, βλ. Γρ. Α. Πουλημένος, Η Ελλαδική Ναοδομία στην περίοδο του Νεοκλασσικισμού (1830-1912), αδημ. διδ. διατριβή, τ. α΄ (κείμενα), Αθήναι 1997 (διαθέσιμη ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα του Εθνικού Αρχείου διδ. διατριβών), 108-114.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ TV