Τελευταία Νέα

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

Άρθρα

Login Form

Γράφει ο Ευάγγελος Ανδριανός

Κατά τήν ὀπισθοχώρηση περνοῦσαν ἀπό τά χωριά μας δικοί μας στρατιῶτες πού τούς φροντίζανε οἱ γυναῖκες σέ πρόχειρες ἐγκαταστάσεις στό σχολεῖο. Ἕνας ἀπό αὐτούς πέθανε καί, ἄν καί ἦταν ἄγνωστος, τόν κήδευσαν οἱ γυναῖκες μέ μοιρολόγια για νά μήν πάη ἄκλαυτος. Περνοῦσαν γερμανικά ἀεροπλάνα καί ἔρριξαν μιά βόμβα στήν περιοχή τῆς Ἀγόριανης πού μᾶς ἔκανε νά χωθοῦμε στά κατώγια.

Ὅταν γινόταν ἡ μάχη τῆς Κρήτης, ἕνα χτυπημένο γερμανικό ἀεροπλάνο προσγειώθηκε ἀναγκαστικά κοντά στόν Εὐρώτα μέ ζωντανούς τούς δύο τοῦ πληρώματός του. Ὁ ἕνας ἦρθε στο χωριό γιά βοήθεια καί συζητοῦσε στά ἀγγλικά μέ ὅσους εἶχαν κάνει στήν Ἀμερική. Ὁ ἄλλος ἔμεινε μόνος στό ἀεροπλάνο. Τήν ἄλλη ἡμέρα, ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά κατεβήκαμε στόν Εὐρώτα νά ἰδοῦμε τό ἀεροπλάνο. Τριγυρνούσαμε σά μελίσσι γύρω του καί τό περιεργαζόμαστε, ἐνῶ ὁ Γερμανός καθόταν ψύχραιμος ἐπάνω του. Δέν φοβόμαστε πού ἦταν ὁπλισμένος, ἀλλά μιά γυναῖκα φώναξε «μωρέ, μήν πᾶτε κοντά γιατί θά τραβήξη κανένα κουμπούρι καί θά σᾶς μπουμπουνίση καί τότε ἄντε νά τοῦ ζητήσετε τό λόγο». Μερικοί ἀτρόμητοι ἄρχισαν νά λεηλατοῦν τό ἀεροπλάνο καί ἕνας πῆρε τή μπαταρία του, ἀλλά τήν ἄλλη ἡμέρα τή γύρισε πίσω γιατί οἱ Γερμανοί ἀπείλησαν μέ ἀντίποινα. Στό τέλος ἦρθαν οἱ Γερμανοί καί ἀφοῦ πῆραν τά χρήσιμα ἐξαρτήματα, ἔβαλαν φωτιά καί τό ἔκαψαν. Οἱ δικοί μας ὅμως πρόλαβαν καί κουβάλησαν μερικά ἐξαρτήματα, ἀπό τούς ἀλουμινένιους ἕλικες μέχρι μουσαμάδες καί καλώδια. Στήν ἀρχή τῆς κατοχῆς ἦρθε στό χωριό μιά μονάδα τοῦ ἰταλικοῦ στρατοῦ μέ κανόνια πού πηγαίναμε καί τά κρυφοκοιτάζαμε ἀπό τά παράθυρα τῆς κάτω αἴθουσας τοῦ σχολείου ὅπου τά εἶχαν βάλει. Ὁ διοικητής τῶν Ἰταλῶν ἦταν ἕνας νέος λοχαγός, ντυμένος σάν φιγουρίνι πού βρωμοκοποῦσε ἀρώματα. Δέν πρόλαβε νά πατήση τό πόδι του στό χωριό καί τοῦ κολλήσαμε ἀμέσως τό παρατσούκλι, τόν εἴπαμε «Λουλού». Καθόταν στά καφενεῖα καί προσπαθοῦσε νά πιάση κουβέντα μέ τούς δικούς μας. Παραπονιόταν γιατί ἡ ἀγορά ἄδειαζε ὅταν χτύπαγε ἡ σάλπιγγα γιά τήν ἔπαρση καί τήν ὑποστολή τῆς Ἰταλικῆς σημαίας τοῦ διοικητηρίου. Τήν ἐποχή ἐκείνη οἱ Ἰταλοί εἶχαν βασιληά, καί στή σημαία τους στή μεσαία ἄσπρη λουρίδα, εἶχαν τό σῆμα τοῦ βασιληά τους μέ ἕνα Σταυρό. Μερικοί νεαροί δικοί μας σκέφθηκαν νά κατεβάσουν τή σημαία καί νά τήν μαγαρίσουν, ἀλλά συγκρατήθηκαν γιά νά μήν προσβάλουν τό Σταυρό. Οἱ στρατιῶτες γύριζαν στίς γειτονιές καί παίρνανε κανένα κοτόπουλο. Τό μαδοῦσαν, τό ἔβαζαν σέ μιά κατσαρόλα γεμάτη μέ βραστό λάδι καί ἀμέσως τήν κατέβαζαν ἀπό τή φωτιά. Ὥσπου νά κρυώση τό λάδι, τό κοτόπουλο εἶχε βράσει γιά τά καλά. Ἕνας παπάς τους πού ἦταν μαζί τους ἔψαχνε να μάθη ἄν οἱ φαντάροι εἶχαν πληρώσει τό κοτόπουλο πού ἔβραζαν. Τό καλοκαίρι τοῦ 1941 ἦρθαν ἄλλοι Ἰταλοί ἀπό τή Σπάρτη καί ἁρπάξανε τά ζῶα ἀπό τό πανηγύρι τοῦ Ἁη-Μάμα. Ὅταν οἱ Γερμανοί χτύπησαν τή Ρωσσία, μερικοί ἀριστεροί βγῆκαν στό βουνό. Ὑπῆρχε καί ἕνας παλαιός ἀριστερός συνδικαλιστής, ὁ Γιώργης Χρηστάκης ἤ Μπόχας ὁ ὁποῖος ἔμεινε στό χωριό. Πῆγαν νά τόν πιάσουν οἱ χωροφύλακες καί αὐτός τράβηξε ἕνα πιστόλι πού εἶχε. Ἡ ἀνταλλαγή πυρῶν, πού θά γινόταν στό δρόμο πού περνάει κάτω ἀπό τήν Ἐκκλησία ὅπου ἐμεῖς τά παιδιά παίζαμε ἀμέριμνα, δέν ἔγινε γιατί ό δρόμος βούιξε ἀπό τά οὐρλιαχτά τῶν μανάδων μας «τά παιδιά...». Στό τέλος πιάσανε οἱ χωροφύλακες τό Χρηστάκη γιά νά τόν πᾶνε στή Σπάρτη. Αὐτοί πού εἶχαν φύγει στό βουνό κατέβηκαν καί ἔστησαν ἐνέδρα στό δρόμο πρός τή Σπάρτη, «στοῦ Κάντζια τή βρύση» γιά νά τόν ἐλευθερώσουν. Ἀρχηγός τους ἦταν ὁ Λάμπρος ὁ Σαραντάκης πού εἶχε ἕνα μακρύκαννο ὅπλο. Ἔγινε ἀνταλλαγή πυροβολισμῶν στόν τόπο τῆς ἐνέδρας, σκοτώθηκε ὁ Σαραντάκης καί οἱ ὑπόλοιποι ἔφυγαν στό βουνό. Ὁ Χρηστάκης ὁδηγήθηκε στή Σπάρτη, πέρασε ἀπό ἑλληνικό δικαστήριο μέ τήν κατηγορία τῆς όπλοκατοχῆς γιά τό πιστόλι, ἀλλά ἀθωώθηκε γιατί πῆγαν κάτι μάρτυρες καί εἶπαν ὅτι τό πιστόλι δέν ἦταν πιστόλι ἀλλά ἦταν κλειδί. Ὁ Χρηστάκης γύρισε ἐλεύθερος στό χωριό καί κανείς δέν τόν ἐνόχλησε, οὔτε αὐτόν οὔτε αὐτούς πού εἶχαν πάει στό βουνό καί πού κατέβηκαν σιγά-σιγά στά σπίτια τους.

Οἱ Ἰταλοί εἶχαν ἐπιτάξει τά κτίρια τῶν Γυμνασίων στή Σπάρτη καί στήν ἀρχή ἐμεῖς οἱ μαθητές κάναμε μάθημα στό Τρίτο Δημοτικό Σχολεῖο μέ ἔπαρση τῆς ἑλληνικῆς Σημαίας. Οἱ Ἰταλοί ἀπαγόρευσαν τήν ἔπαρση καί οἱ καθηγητές μας μᾶς εἶπαν νά κλείσουμε τή Σημαία στήν καρδιά μας. Σέ λίγο μᾶς ἔδιωξαν καί ἀπό ἐκεῖ καί κάναμε μάθημα στό ὕπαιθρο, στο Λόφο καί ἀλλοῦ ὥσπου νοικιάσθηκαν αἴθουσες σέ διάφορα κτίρια τῆς Σπάρτης. Ἔτσι βγάλαμε τίς τάξεις τό φθινόπωρο τοῦ 1941 καί τοῦ 1942 καί τό πρῶτο ἑξάμηνο τοῦ 1943. Ὅταν κυκλοφόρησαν φῆμες γιά ἀντάρτες στά βουνά τήν ἄνοιξη τοῦ 1943 ἐνθουσιασθήκαμε, κάναμε ἀπεργία καί οἱ καθηγητές μας μᾶς ἀπέβαλαν δύο ἡμέρες γιά νά ξεγελάσουν τούς Ἰταλούς. Κάθε φορά πού ἔπρεπε νά ἀνεφοδιασθοῦμε σέ τρόφιμα, μέ τά πόδια ἀνεβαίναμε στό χωριό τό Σάββατο καί τό πρωί τῆς Δευτέρας ξεκινούσαμε στίς τέσσερες τή νύχτα, πάλι μέ τά πόδια, φθάναμε στή Σπάρτη στίς ὀκτώ καί μπαίναμε κατ' εὐθεῖαν στίς αἴθουσες. Αὐτό γινόταν μιά φορά τό μῆνα. Στά ἐνδιάμεσα μᾶς ἔφερναν οἱ γονεῖς μας τρόφιμα καί ξύλα τό χειμῶνα μέ τά γαϊδούρια ἤ καί ζαλιά.

Τό καλοκαίρι τοῦ 1943 στά χωριά εἶχε ἀρχίσει ἡ διαμάχη τῶν ἀντιστασιακῶν ὀργανώσεων. Τήν ἴδια ἐποχή συνθηκολόγησε ἡ Ἰταλία καί τότε ἦρθε στά χωριά μας ἕνα κῦμα Ἰταλῶν πού δέν ἤθελαν νά συνεχίσουν τόν πόλεμο. Οἱ περισσότεροι ἀπό αὐτούς μπῆκαν στά σπίτια καί δούλευαν στά χωράφια. Οἱ Γερμανοί τούς κυνηγοῦσαν καί μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς τους οἱ πατριῶτες μας τούς ἔκρυβαν.

Τό καλοκαίρι καί τό φθινόπωρο τοῦ 1943 λειτούργησαν στό Γεωργίτσι μερικές τάξεις τοῦ Γυμνασίου στό κτίριο τοῦ Σχολείου πού εἶχε κτισθῆ μέ λεφτά τῶν Γεωργιτσιάνων τῆς Ἀμερικῆς, μέ καθηγητές πού εἶχαν φύγει ἀπό τή Σπάρτη. Μέ τίς μεγάλες ἐπιδρομές τῶν Γερμανῶν τοῦ 1944 τά μαθήματα σταμάτησαν.

Στό χωριό μας δέν εἴχαμε προσωπικές ἔχθρες καί δέν ἔγιναν ἐγκλήματα μεταξύ τῶν πατριωτῶν μας. Τό Γιώργη τό Διπλάρη ἀπό τό χωριό μας τόν πέρασε ἀνταρτοδικεῖο τό ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στόν Πάρνωνα, ἀλλά ἐπειδή παρέμεινε ἄγνωστον ποιοί τόν τουφέκισαν ἐκεῖ καί ἀφοῦ ὁ ἴδιος δέν εἶχε στενούς συγγενεῖς, δέν δημιουργήθηκε θέμα ἀντεκδικήσεως γιά τή δολοφονία του. Γενικά οἱ πατριῶτες μας καί ἀπό τίς δύο παρατάξεις ἔδειξαν μιά ἀξιοθαύμαστη μετριοπάθεια, δέν ὑπῆρξαν βιαιότητες καί δέν χύθηκε αἷμα πατριωτῶν ἀπό πατριῶτες. Αὐτή τη σύμπνοια πρέπει νά τή διατηρήσουμε καί σέ αὐτό μπορούν νά συμβάλουν τά Σωματεῖα μας καί ὅποιοι μποροῦν νά εἰποῦν ἕνα καλό λόγο.

Ὅταν ἔκαναν ἐπιδρομές οἱ Γερμανοί, ὁ ἀνδρικός πληθυσμός φεύγαμε στόν κάμπο καί στό βουνό, ὥσπου ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 1944 τή νύχτα κοιμόμαστε στά καλύβια στά χτήματα. Στήν ἐπιδρομή τοῦ Ἰανουαρίου 1944 οἱ Γερμανοί ἔκαψαν τό Σχολεῖο

καί τό σπίτι τοῦ Γιώργη Παπαδόπουλου-Μπαμπαλέτσου πού τό εἶχαν κάψει καί οἱ Ἀρβανίτες στήν Ἐπανάσταση τοῦ 1770 καί οἱ Τοῦρκοι στο διωγμό τῶν κλεφτῶν τοῦ 1802. Στήν ἴδια ἐπιδρομή οἱ Γερμανοί σκότωσαν τό Θεοφάνη Κουτρουμπῆ, ἀνάπηρο τῆς Ἀλβανίας, πού εἶχε καταφύγει σέ μιά σπηλιά κοντά στή Μισοσπορίτισσα. Στήν ἐπιδρομή τοῦ καλοκαιριοῦ τοῦ 1944 οἱ Γερμανοί καί οἱ ταγματασφαλίτες ἔκαψαν τόν Πύργο τοῦ Τζωρτζάκη πού είχε χτισθῆ το 1825, μαζί μέ ἀνεκτίμητα κειμήλια τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 καί τῶν ἄλλων ἐθνικῶν ἀγώνων. Ἔκαψαν ἐπίσης καί καμμιά εἰκοσαριά σπίτια ἀνταρτῶν τοῦ ΕΛΑΣ. Στην ἴδια ἐπιδρομή σκοτώθηκε ἕνα μικρό ἐγγονάκι τοῦ Πανάγου τοῦ Καλλιάνη καί ἡ γυναίκα τοῦ Νίκου Λαμπράκη μέ πυρά ἀπό μακρυά. Ξαναπήγαμε σχολεῖο τό φθινόπωρο τοῦ 1944 ὅταν εἶχαν φύγει οἱ Γερμανοί, ἀλλά γιά λίγο. Τό Γυμνάσιο τό τελείωσα τό Δεκέμβριο τοῦ 1945 καί τόν Ἰανουάριο τοῦ 1946 ἔδωσα ἐξετάσεις γιά τό Πανεπιστήμιο. Ἀλλά αὐτά εἶναι μιά ἄλλη Ἱστορία.

Καστόρειον 27 Σεπτεμβρίου 2013

Εὐάγγελος Ἀνδριανός.

Εγγραφείτε στο NewsLetter για άμεση και έγκυρη πληροφόρηση για τα νέα της κοινότητάς μας

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ


Ειδήσεις, powered by iNews

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ TV