ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

Άρθρα

To βράδυ της 27ης Ιουλίου γέμισε η πλατεία της Αγίας Βαρβάρας στο Καστρί από κόσμο. Αφορμή γι’αυτό η θαυμάσια εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν το Νομικό Πρόσωπο Πολιτισμού του Δήμου Σπάρτης και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Πολυδεύκης. Μια ωραία έκθεση φωτογραφιών και χαρτών μας μετέφερε νοερά στο χώρο και στο χρόνο, εκεί που ήταν, εδώ που ήρθανε, εκεί που ζούσαν, εδώ πώς βίωσαν τον δεύτερο μεγάλο εποικισμό τους. Μετά οι ομιλητές με νοσταλγία και συγκίνηση μας ταξίδεψαν πότε με ούριο άνεμο και πότε με αντίθετο, στις χιλιετίες της παραμονής στις χαμένες πατρίδες. ‘Υπέροχα τα παιδιά του Μουσικού Σχολείου Σπάρτης, πήραν το πιο ζεστό χειροκρότημα για την όμορφη παρουσία τους.

Και μετά η αγαπημένη μας Βαρβάρα, απο τις ψυχές και τους οδηγητές του συλλόγου και του περιοδικού μας, συγκινημένη μας διάβασε λόγια της καρδιάς, αναμνήσεις και βιώματα των βασανισμένων που βρήκαν στα Νέα Λιβερά τη νέα πατρίδα τους, εκεί που ξανάχτισαν τα σπίτια τους, που ξανακέρδισαν τη ζωή τους, που τα όνειρά τους πραγματοποιήθηκαν, που γέννησαν και μεγάλωσαν τα παιδιά τους, στο νέο τόπο τους που μετέφεραν τα ήθη και τα έθιμά τους, καλλιέργησαν τη γη με το μοναδικό δικό τους τρόπο, συνταιριάζοντας με τους ντόπιους δίνοντας καλά και παίρνοντας καλλίτερα. Συγκινημένο το κοινό χειροκροτούσε, αλλά τα δάκρυα που ανάβλυζαν στα μάτια έδειχναν εκείνους που φέρναν στη μνήμη τους τις διηγήσεις των δικών τους παππούδων και μανάδων.

Εμείς παιδιά και εγγόνια προσφύγων θυμόμαστε και δεν ξεχνάμε αυτούς που με μοναδικό όπλο τη δύναμη της ψυχής και την πίστη τους, τις γυναίκες που μετέτρεψαν τα κοτέτσια και τις παράγκες σε φιλόξενα σπίτια, τους άντρες που πήραν απο τη γη αυτά που τόσο καλά μπορούσε να τους δώσει.

Υποκλινόμαστε στους ανθρώπους που ξαναρίζωσαν, άρχισαν πάλι να δημιουργούν, νοσταλγοί όμως των χαμένων πατρίδων και των νεκρών τους που παραμένουν αιώνια εκεί φυλάσσοντας Θερμοπύλες.

Εγώ απο την μεριά μου τελειώνοντας ευχαριστώ απο καρδιάς όλους τους συντελεστές αυτής της γιορτής-μνήμης και σαν φόρο τιμής επιτρέψτε μου να παραθέσω ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο της Διδώς Σωτηρίου   « Οι νεκροί περιμένουν».

«… Ενάμισυ εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω από την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα και στα χωράφια, το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτραίτα των προγόνων τους στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν, να φεύγουν κυνηγημένοι απο το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Έρχεται μια τραγική στιγμή στη ζωή του ανθρώπου που το θεωρεί τύχη να μπορέσει να παρατήσει το έχει του, την πατρίδα του, το παρελθόν του και να φύγει, να φύγει λαχανιασμένος αποζητώντας αλλού την σιγουριά. Άρπαξαν οι άνθρωποι βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια, πέρασαν τη θάλασσα σ’ ένα ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν απο βραδίς οι νοικοκυραίοι στο τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι, άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια. Οι ξεριζωμένοι από τις πατρίδες τους πρόσφυγες κατάφεραν τελικά να σωθούν περιπλανώμενοι σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας σε άθλιες συνθήκες.»

Aναστασία Κατρακάζη – Τζωρτζάκη

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ TV